Στη Λαογραφία το παραμύθι κινείται στον κόσμο του υπερφυσικού και του μαγικού με σκοπό την τέρψη.
Έχει σκοπό την απόδραση από την σκληρότητα και τη νομοτέλεια της πραγματικότητας (Τζημαγιώργη, 2011). Είναι μια έντεχνος διήγηση που έχει πλοκή, της οποίας τα πρόσωπα ζουν και κινούνται στον κόσμο του μαγικού και του θαυμαστού. Συνήθως, ορίζουμε το παραμύθι ως μια διήγηση, η οποία πλάττεται με ποιητική φαντασία από τον κόσμο του μαγικού ή διήγησιν περί θαυμασίων συμβάντων μη προσαρμοσμένων προς τους όρους της πραγματικής ζωής” (Μέγας, 1967). Ειδάλλως ορίζεται ως “μια διήγηση δημιουργημένη με ποιητική φαντασία, παρμένη ιδιαίτερα από τον κόσμο του μαγικού, μια ιστορία του θαύματος που δεν εξαρτάται από τους όρους της πραγματικής ζωής και την ακούνε με ευχαρίστηση μεγάλοι και μικροί έστω κι αν δεν την θεωρούν πιστευτή” (Μερακλής, 1973).
Το παραμύθι χρησιμοποιείται όπως το τραγούδι ως μέσο μεταφοράς πληροφοριών, γνώσης και εμπειρίας για τις επόμενες γενιές. Θεωρείται ισοδύναμο με την λαϊκή ποίηση, καθώς υπάρχει στον πολιτισμό όλων των λαών. Κινείται ανάμεσα στη μυθολογία και την λογοτεχνία. Η αοριστία στον χρόνο, τον χώρο και τα πρόσωπα επιτρέπει την γενίκευση και την ταύτιση. Το πεδίο δράσης του βρίσκεται στην φαντασία αυτού που το διαβάζει ή το ακούει. Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως οι συμβολισμοί που εμπεριέχει ενεργοποιούν πτυχές του υποσυνειδήτου.
Το τέλος του παραμυθιού συνήθως αποκαθιστά την ηθική τάξη πραγμάτων και συχνά πρόκειται για μία μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Με το τέλος έρχεται η κάθαρση και αποκαθίσταται το αίσθημα δικαιοσύνης και ο αναγνώστης επιστρέφει από τον κόσμο του φαντασιακού στην πραγματικότητα με την φράση: “Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”.
Από το σεμινάριο: Το Θεραπευτικό Παραμύθι στην Ψυχολογία
